βούργια

βούργια
η крестьянская сумка; торба (прост.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "βούργια" в других словарях:

  • βούργα — και βούργια, η (Μ βούλγια και βουλγία) δερμάτινο ή μάλλινο σακκίδιο νεοελλ. ασκί από δέρμα κατσίκας ή προβάτου. [ΕΤΥΜΟΛ. βούργα < λατ. bulga, vulga «σάκκος» βούργια < μσν. βούλγια ή βουλγία < λατ. bulgia ή bulgea] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»